Ο Ήφαιστος γεννήθηκε άσχημος και αποκρουστικός. Αν και παιδί της Ήρας θεωρήθηκε μη αποδεκτός και ως μη έχων να προσφέρει τίποτα στην θεϊκή κοινωνία. Έτσι τον πέταξαν στη θάλασσα. Εκεί για καλή του τύχη τον βρήκαν η Θέτις και η Ευρυνόμη.
Η Ευρυνόμη είχε εκδιωχθεί από τον Όλυμπο (όταν ανέλαβε ο Κρόνος την εξουσία), αν και ήταν μια από τις αρχαιότερες θεότητες που είχε μάλιστα γεννήσει το κοσμικό αυγό από το οποίο ξεπήδησαν οι πλανήτες και το σύστημα του σύμπαντος.
Η Ευρυνόμη ήταν αυτή που δημιούργησε και τους Τιτάνες, τις Τιτανίδες και τον πρώτο άνθρωπο στη Γή, τον Πελασγό. Αυτή λοιπόν η αδίκως κατατρεγμένη θεότητα, αισθανόμενη την δυστυχία του Ηφαίστου τον έσωσε από τον πνιγμό και τον μεγάλωσε μαζί με τη δίκαιη και αυστηρή Θέτιδα σε ένα καλά κρυμμένο σπήλαιο.
Ο Ήφαιστος με την καθοδήγηση τους και χάρις στο έμφυτο ταλέντο του έγινε ο δημιουργικότερος θεός που υπήρξε ποτέ. Έμαθε να ελέγχει την ενέργεια και την ύλη των ηφαιστείων φτιάχνοντας από τη λάβα τους περίτεχνες κατασκευές και κοσμήματα.
Όταν έγινε 9 χρονών ο Ήφαιστος, έφτιαξε και έστειλε στη μητέρα του έναν πανέμορφο, χρυσό θρόνο. Η Ήρα μαγεύτηκε από την ομορφιά του θρόνου και κάθισε επάνω, όπου και παγιδεύτηκε με αόρατα δεσμά. Τότε αφού κανείς δεν μπόρεσε να την απελευθερώσει αναγκάστηκε να καλέσει τον Ήφαιστο και να του προσφέρει ανταλλάγματα για να την σώσει. Εκείνος δέχτηκε και έμεινε στον Όλυμπο κερδίζοντας την θέση του ανάμεσα στους Ολύμπιους.
Τα βάσανα του θεού, όμως, δεν τελείωσαν. Λίγο καιρό αργότερα, ο Ζευς και η Ήρα τσακώθηκαν άσχημα, όπως το συνήθιζαν. Η Ήρα είχε στείλει μία καταιγίδα σε μία προσπάθεια να ξεφορτωθεί τον παράνομο γιο του άντρα της, τον γνωστό Ηρακλή και ο Ζευς θύμωσε τόσο πολύ που την κρέμασε στον ουράνιο θόλο.
Ο Ήφαιστος έσπευσε να την απελευθερώσει, αλλά ο Ζευς δεν ανεχόταν την ανυπακοή.
Έτσι ο Ήφαιστος εκσφενδονίστηκε για δεύτερη φορά από τον Όλυμπο και προσγειώθηκε σ’ ένα νησί του Β. Αιγαίου, στη Λήμνο. Μόνο που τώρα, εκτός από άσχημος ήταν και κουτσός, γιατί με την πτώση έσπασε και τα δύο του πόδια.
Ωστόσο, οι φτωχοί κάτοικοι του νησιού τον περιέθαλψαν και τον φιλοξένησαν.
Έφτιαξε ένα νέο εργαστήριο στο βουνό Μόσυχλον, όπου κατασκεύασε τα πιο διάσημα έργα του, για θεούς και ανθρώπους. Δικά του έργα ήταν η αιγίδα του Δία και της Αθηνάς, το φτερωτό κράνος και τα σανδάλια του Ερμή, τη ζώνη της Αφροδίτης, το άρμα του Ήλιου, η πανοπλία του Αχιλλέα και το σκήπτρο του Αγαμέμνονα, το τόξο και τα βέλη του Έρωτα και πολλά άλλα.
Στη Λήμνο γνώρισε και την Καβειρώ με την οποία απέκτησε τους Καβείρους, χθόνιες θεότητες που λατρεύονταν στα μυστήρια της Λήμνου, της Σαμοθράκης και των Θηβών.
Ο Ήφαιστος κατασκεύασε και το πρώτο ρομπότ στην ιστορία, τον Τάλω, που τον χάρισε στον βασιλιά Μίνωα, για να φυλάει την Κρήτη.
Ο Τάλως κατά τον Πλάτωνα ήταν επιφορτισμένος με το καθήκον να επιτηρεί την εφαρμογή των νόμων στην Κρήτη, κουβαλώντας τους μαζί του γραμμένους σε χάλκινες πλάκες.
Κατά τον ίδιο τρόπο που τα σημερινά ρομπότ διαβάζουν τον κώδικα μηχανής από τον σκληρό τους δίσκο και την μνήμη τους. Οι περισσότερες πηγές αναφέρουν ότι το ρομπότ Τάλως ήταν άγρυπνος φύλακας της Κρήτης, που γύριζε τις ακτές του νησιού τρεις φορές τη μέρα.
Το τέλος του Τάλω ήρθε όταν συναντήθηκε με τους Αργοναύτες, που γύριζαν από την Κολχίδα. Θέλοντας να δέσουν οι Αργοναύτες στο νησί αντιμετώπισαν τον γίγαντα, που τους κρατούσε σε απόσταση ρίχνοντας βράχους πάνω στην «Αργώ».
Τότε η Μήδεια, που ταξίδευε μαζί τους, μάγεψε με τα λόγια της τον Τάλω, υποσχόμενή του αθανασία, κι έτσι μπόρεσε η Μήδεια να του αφαιρέσει το καρφί στη φτέρνα του, που έκλεινε τη μια και μοναδική φλέβα, που διέτρεχε όλο το κορμί του και περιείχε ιχώρ, ένα θεϊκό υγρό αντί για αίμα, θανατώνοντάς τον.
Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή η Μήδεια εξόντωσε τον Τάλω βάζοντάς του μανία.

