Header Ads

Στη γενική εφημερία του μεγαλύτερου νοσοκομείου των Βαλκανίων



Ο Ευαγγελισμός δεν δίνει εύκολα άδεια στα μέσα ενημέρωσης για να μπουν στην εφημερία. Είναι λογικό, όταν περνούν 1.500 ασθενείς από το νοσοκομείο, να μην θέλουν κι έναν δημοσιογράφο ανάμεσά τους. Στο αίτημα του inside story ενέδωσαν κατ' εξαίρεση, για να φανεί η σκληρή πραγματικότητα που ζουν ασθενείς, γιατροί και προσωπικό οκτώ φορές το μήνα.
Εδώ, σε κάθε γενική εφημερία γίνεται πόλεμος. Όταν ξημερώνει, όμως, βγαίνουμε όρθιοι». Απ’ όλα όσα μου είπε η διοικήτρια του Ευαγγελισμού Νάγια Μητσάκη, νομίζω ότι αυτή η φράση συμπυκνώνει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια αυτό που συμβαίνει στο μεγαλύτερο νοσοκομείο των Βαλκανίων κάθε τέσσερις μέρες που ανάβει ένα έντονο μπλε φως στην οδό Μαρασλή με την ένδειξη «Εφημερεύει».
«Βάζουμε πλάτη κι ο κόσμος το ξέρει»
Έξω από το γυάλινο φράγμα που χωρίζει το γραφείο της κας Μητσάκη στον 11ο όροφο από την πόλη, ένας τεράστιος κίτρινος γερανός απλώνεται πάνω από την Αθήνα. Είναι σαν να σκεπάζει ολόκληρη την πρωτεύουσα, χωρίς να καταλαβαίνεις ακριβώς τι κάνει, αν γκρεμίζει ή αν χτίζει. Εγώ δεν ρώτησα ποτέ. Μου φαινόταν ότι αυτή η απροσδιοριστία είχε κάποιο συμβολικό νόημα, γι αυτά που συντελούνταν από τη μέσα πλευρά της τζαμαρίας, τις προσδοκίες που γκρεμίζονταν και τις ελπίδες που χτίζονταν ανάμεσα σε διαδρόμους, θαλάμους και αίθουσες χειρουργείων.
Πίσω από το γραφείο της διοικήτριας κρέμεται μια ασπρόμαυρη γκραβούρα, που απεικονίζει το θεραπευτήριο στο ξεκίνημα της πορείας του το 1884. Η ιστορία τουΔιαβάστε τη στο σάιτ του Νοσοκομείου τέμνεται με τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Κάθε τοίχος μοιάζει με κείμενο που έχει να σου διηγηθεί όλα τα κρίσιμα περάσματα από τους δύο παγκόσμιους πολέμους, στον εμφύλιο, τη δικτατορία, τη μεταπολίτευση, τα χρόνια της ευημερίας μέχρι τη σημερινή συνθήκη της οικονομικής κρίσης. Κι αυτή η τελευταία είναι αλήθεια ότι αναδύει μια πολεμική οσμή. Σε κάθε γενική εφημερία μια μικρή πόλη 1.000-1.500 άρρωστων, άτυχων, απελπισμένων, καμιά φορά και ανυπόμονων ανθρώπων, συνωστίζεται στα λίγα τετραγωνικά του τμήματος επειγόντων περιστατικών. «Βάζουμε πλάτη. Ο κόσμος το ξέρει. Διαμαρτύρονται κάποιοι γιατί μπορεί να χρειαστεί να περιμένουν έως και πέντε ώρες. Σ’ αυτό το διάστημα όμως γίνεται ένας πλήρης ιατρικός έλεγχος που σ’ ένα ιδιωτικό νοσοκομείο θα κόστιζε χιλιάδες ευρώ. Και το κάνουμε σε όλους, χωρίς διακρίσεις. Σίγουρα έχουμε ελλείψεις και σε ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό και σε προσωπικό. Η καλή ιατρική δεν εξαρτάται από τις καρέκλες και το φαγητό –κι αυτά θέλουμε να τα διορθώσουμε– αλλά από τους ανθρώπους που την ασκούν, κι εγώ έχω εμπιστοσύνη στους ανθρώπους εδώ μέσα», επισημαίνει η Νάγια Μητσάκη.
Η μάχη για την προτεραιότητα
Στο προαύλιο ο διαπεραστικός ήχος της σειρήνας του ασθενοφόρου σημαίνει και επίσημα την έναρξη της εφημερίας. Είναι 14.30 το μεσημέρι αλλά το δωμάτιο της αναμονής έχει γεμίσει πολύ νωρίτερα. Από τις 10 το πρωί έχουν καταφθάσει οι πρώτοι για να πάρουν το πολυπόθητο χαρτάκι. Αυτό το καταραμένο χαρτάκι που όσο έγκαιρα κι αν πας, πάντα θα κρατάει μιαν απόσταση κάποιων δεκάδων αριθμών από την ηρεμία σου. Τα νεύρα στον Ευαγγελισμό είναι σαν ξεχαρβαλωμένο εκκρεμές που σφηνώνεται στο πάνω άκρο, η γκρίνια και η δυσφορία είναι κάτι σαν ιεροτελεστία εδώ, αποδεικνύουν την παρουσία σου στον χώρο, ένα ιδιότυπο check-in χωρίς emoticons και χάρτες. Σοκαριστικό και αγχωτικό όταν το αφουγκράζεσαι πρώτη φορά, νιώθεις ότι πρέπει να κάνεις κάτι, δεν ξέρεις τι να κάνεις, στο τέλος διαπιστώνεις ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα κι η υπαρξιακή αναταραχή δίνει τη θέση της σε μια δυσβάσταχτη και κυνική ματαιότητα. Γι αυτούς που το ζουν όμως είναι αναμενόμενο, ίσως και προβλέψιμο, και μ’ έναν ακατανόητο για μας τους υπόλοιπους τρόπο το κουλαντρίζουν κι αντεπεξέρχονται.
Μεταξύ δυο χειρουργείων ξεκλέβω λίγο χρόνο από τη διευθύντρια της Θωρακοχειρουργικής κλινικής Καλλιόπη Αθανασιάδη. «Ήδη μέχρι στιγμής έχω προγραμματίσει τέσσερα χειρουργεία για σήμερα και στην πορεία της ημέρας ενδέχεται να αυξηθούν. Το πρόβλημα είναι ότι εκτός από τη βασική μας δουλειά επωμιζόμαστε και μ’ ένα διοικητικό φορτίο. Μερικές φορές κουράζεσαι περισσότερο να βάλεις κάποιον στο χειρουργείο απ’ το να κάνεις χειρουργείο», λέει. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης μου περιγράφει διάφορα δύσκολα περιστατικά που έτυχε να χειριστεί στην εφημερία του Ευαγγελισμού, μου μιλά για μια λεχώνα που είχε μια τεράστια μάζα στο μεσοθωράκιο, για μια 17χρονη έγκυο με πρόβλημα που τελικά ξεγέννησαν χωρίς γυναικολογικό τμήμα. «Τιμή μας και καμάρι μας που σώσαμε κι αυτήν και το παιδί», μου λέει με ενθουσιασμό. Δεν στέκεται στις αναποδιές και ανεπάρκειες. Τις γνωρίζει, όπως γνωρίζει και το λόγο που βρίσκεται εδώ με μια πράσινη μπλούζα που στο τέλος της βάρδιας θα θυμίζει ενδυματολογική προσέγγιση ιαπωνικού σπλάτερ. «Ο σύντροφός μου επιμένει ότι είμαι ερωτευμένη με τη δουλειά μου. Είμαι. Δεν γίνεται αλλιώς».
Περνώ έναν μακρύ διάδρομο με ράντζα. Οι περισσότεροι είναι υπερήλικες που αποπνέουν την εικόνα μιας στωικής απόσυρσης. Αποστρέφω διακριτικά το βλέμμα. Στο τέλος του διαδρόμου ένα μεγάλο κρεμαστό ρολόι δείχνει 17:30 και σε κάθε γύρισμα του δείκτη ένας αναστεναγμός αντηχεί στους λευκούς τοίχους του νοσοκομείου. Στον χώρο της διαλογής ένας γιατρός είναι σκυμμένος σ’ ένα βουνό με χαρτιά και γύρω του δεκάδες άνθρωποι όλων των ηλικιών. Δεν ξέρω καν αν προλαβαίνει να διασταυρώσει το βλέμμα του με το δικό τους. Στα βαριά περιστατικά βάζει μια κόκκινη βούλα στο χαρτί για να προωθηθούν πιο γρήγορα στις ιατρικές υπηρεσίες. Ανάμεσα στις αναστατωμένες φιγούρες των ασθενών που πηγαινοέρχονται και σχηματίζουν κύκλους γύρω από τους γιατρούς και τις νοσηλεύτριες, ξεχωρίζεις τις καρτερικές γυναίκες με τις μαντίλες, πρόσφυγες από τους καταυλισμούς της Αθήνας. Μαθημένες σε ζόρικες συνθήκες, δεν διαμαρτύρονται καθόλου, ούτε διαγκωνίζονται για τη σειρά προτεραιότητας. Κάθονται σχεδόν συνεσταλμένες, συμβιβασμένες και ευγνωμονούσες για οποιοδήποτε νεύμα φροντίδας φωτίζει λίγο τη γενικευμένη δυστοπία τους.
Το έμφραγμα αγκαλιά με το κρυολόγημα
«Το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών είναι το όνειδος του υγειονομικού συστήματος. Κανένας γιατρός και κανένας υπουργός δεν μπορεί να νιώθει περήφανος γι’ αυτό που συμβαίνει. Από τα 1000- 1500 άτομα που βλέπουμε σε κάθε εφημερία, μόνο το 10% θα έπρεπε να φτάνει στον Ευαγγελισμό. Τα υπόλοιπα έπρεπε να διεκπεραιώνονται στην πρωτοβάθμια περίθαλψη. Εδώ τώρα έχουμε το έμφραγμα αγκαλιά με το κρυολόγημα. Όποιος φωνάζει πιο πολύ μπαίνει πρώτος, ενώ ο άλλος που είναι ανήμπορος και σιωπηλός μπορεί να πεθάνει περιμένοντας. Αυτά δεν είναι ιατρικά κριτήρια, είναι κριτήρια ζούγκλας», υποστηρίζει ο Αθανάσιος Σκουτέλης, καθηγητής Παθολογίας και πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του νοσοκομείου. Ωστόσο, σπεύδει ο ίδιος να υπερτονίσει και τα πλεονεκτήματα του ΕΣΥ, που τείνουν να εξαλειφθούν σ’ έναν συχνά μηδενιστικό δημόσιο λόγο: «Το σύστημα υγείας μας είναι ανθρώπινο. Δεν πα να έρθεις ρακένδυτος, ο γιατρός δεν πρόκειται να σε αφήσει έξω, όπως κάνουν στην Αμερική με τους ανασφάλιστους. Θα σε παλέψει εξίσου με τον VIP. Το σύστημα δουλεύει χάρη στον υπερβάλλοντα ζήλο των ανθρώπων του. Αν ο καθένας μας έλεγε ότι θα δουλέψει όσο αντιστοιχεί στον μισθό του, θα είχε καταρρεύσει».
Στο προαύλιο ένας πατέρας σέρνει το καροτσάκι με τον ανήλικο γιο του μονολογώντας κάτι ασυνάρτητο που κινείται στα όρια του ανθρώπινου λόγου και του αναφιλητού. Δεν απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα, μοιάζει να έχει αποκοπεί από το εξωτερικό του περιβάλλον και να επιτελεί με γνήσια παραστατικότητα έναν χορό πόνου. Από τη μικρή εκκλησία του νοσοκομείου βγαίνει μια κυρία γύρω στα 50, περνάει ένα τσαλακωμένο χαρτομάντηλο από τις άκρες των ματιών της και ξαναμπαίνει στα επείγοντα. Σκέφτομαι ότι αν αυτή η εκκλησία είχε μελωδία θα ήταν ένα μουρμουρητό απουσιών και τα αναμμένα κεριά της θα ήταν οι πυξίδες που άφησαν οι συγγενείς για τους ανθρώπους που πασχίζουν να βρουν το δρόμο της επιστροφής.
Οι άνθρωποι στην άλλη άκρη της γραμμής 166
Απέναντι διαγωνίως ένα μικρό καμαράκι με άδειες καρέκλες και στη μέση ένα τραπέζι μ’ ένα τασάκι γεμάτο βιαστικά αποτσίγαρα. Θεωρητικά είναι ο χώρος που κάνουν διάλειμμα οι τραυματιοφορείς. Πρακτικά δεν κάνουν διάλειμμα. Έρχονται απλά να ρίξουν λίγο νερό στο πρόσωπο τους όταν τελειώνει η βάρδια. Ο Νίκος Τσόλος είναι ένας από αυτούς. «Όταν ήρθα στον Ευαγγελισμό το 2000 ήμασταν 80 τραυματιοφορείς, τώρα είμαστε 35 και η κίνηση έχει αυξηθεί κατά 30% περίπου. Σε καμία περίπτωση δε μπορούμε να τους εξυπηρετήσουμε όλους. Προσπαθούμε τουλάχιστον να ασχοληθούμε με τα πιο βαριά περιστατικά. Τα υπόλοιπα τα μεταφέρουν οι ίδιοι οι συγγενείς και παραπονιούνται διαρκώς. Να σου πω την αλήθεια , δεν τους αδικώ. Αν κινδυνεύει ο άνθρωπός σου δεν μπορείς να σκεφτείς καθαρά», μου λέει και εξηγεί το πέρασμα από το προσωπικό άγχος στην κατανόηση του άλλου: « Εμένα η γυναίκα μου είναι άνεργη εδώ και τρία χρόνια. Ζούμε με τα 800 ευρώ που παίρνω. Κάθε πρωί ξυπνάω και σκέφτομαι τους λογαριασμούς που λήγουν. Μετά έρχομαι εδώ και βλέπω μητέρες και συζύγους να κλαίνε και προσπαθώ να τις ηρεμήσω. Δεν είναι άψυχη διαδικασία».
Έχει βραδιάσει για τα καλά και μόλις έχουν τελειώσει τα μεσημεριανά νούμερα, ενώ μια καινούργια βραδινή ουρά σχηματίζεται στην αίθουσα αναμονής. Ανάμεσά τους και λίγοι άστεγοι που ψάχνουν έναν κλιματιζόμενο χώρο για να προστατευτούν έστω και προσωρινά από τη ζέστη και την υγρασία που κολλάει στα σώματα. Τα ασθενοφόρα δεν σταματούν να ξεφορτώνουν φορεία στην είσοδο. Πλησιάζω τον οδηγό ενός οχήματος του ΕΚΑΒ στο μεσοδιάστημα δυο διαδρομών με την αφελή ερώτηση: «Πώς πάει; Έχετε πολλή δουλειά σήμερα;» «Για να καταλάβεις, από τις 2:30 που ξεκινήσαμε μέχρι τώρα, τσιγάρο δεν έχουμε κάνει. Εμείς είμαστε τρία ασθενοφόρα που καλύπτουμε ολόκληρη την περιοχή από την Αγία Παρασκευή μέχρι τον Μαραθώνα και το Σούνιο. Χρειαζόμαστε πάνω από μία ώρα μόνο για το πηγαινέλα. Όταν υπάρχει κάποιο πολύ επείγον περιστατικό ειδοποιούμε από το δρόμο για να ανοίξουν χώρο και να είναι σε ετοιμότητα. Δεν προλαβαίνουμε πάντα. Έχει τύχει πολλές φορές να πεθάνει κάποιος μέσα στο ασθενοφόρο. Κλαίμε από χαρά όταν σώζουμε κάποιον» μου λέει, κάνει μια τζούρα και ξανάναβει τη μηχανή.
Στα εξωτερικά σκαλοπάτια μια σκηνή βγαλμένη από βιβλίο του Μπουκόφσκι μου φτιάχνει λίγο το κέφι. Ένα νεαρό ζευγάρι φιλιέται τρυφερά και γελάει, όχι βροντερά, αθόρυβα, ίσα-ίσα για να ζωγραφίζει μια υπόνοια ανεμελιάς σ’ ένα σκηνικό γενικευμένης έντασης. «Είμαστε εδώ για να γελάσουμε στα όρια και να ζήσουμε τις ζωές μας τόσο καλά, που ο θάνατος θα σκιαχτεί να μας πάρει», έλεγε ο μεγάλος Αμερικάνος συγγραφέας. Μερικές τσιγγάνες με μακριές πλουμιστές φούστες περπατούν συνοφρυωμένες και σταματούν όποιον άνθρωπο με λευκή μπλούζα βρουν μπροστά τους, δημιουργώντας ένα πολύχρωμο και χαριτωμένο βουητό. Στην αίθουσα αναμονής ο κόσμος παρακολουθεί τα τελευταία λεπτά της επικής επικράτησης της Ισλανδίας επί της Αγγλίας για τα προημιτελικά του Euro. Ξαφνιάζονται και αναθαρρούν. Γι αυτό ο κόσμος λατρεύει το ποδόσφαιρο, γιατί γεννά το απρόβλεπτο και ζωντανεύει την πίστη στο μη εφικτό. Κι ο Ευαγγελισμός έχει μεγάλη ανάγκη από μια τέτοια πίστη. Για να τον αντέξεις πρέπει να σου δημιουργεί μια προοπτική φωτός και απεγκλωβισμού, να 'χεις έναν νοητό στόχο που προσπαθείς να φτάσεις, για να μη χάνεις τον προσανατολισμό σου.
Η επικίνδυνη έλλειψη Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης
Οι ανάπαυλες εδώ και τα παγωμένα στιγμιότυπα χαλαρότητας δεν κρατάνε πολύ. Μπαίνεις στα χειρουργεία και προσαρμόζεσαι ξανά στους αγχωμένους ρυθμούς μιας αλαφιασμένης ζωής που τρέχει να προλάβει τον χρόνο. Εκεί βρίσκω τον πρόεδρο του Συλλόγου Ειδικευόμενων Ιατρών, Σπύρο Δρίτσα: «Η γενική εφημερία του Ευαγγελισμού είναι η ζωντανή ιστορία της χώρας. Έχουμε περιθάλψει χτυπημένους διαδηλωτές την περίοδο των μεγάλων συγκεντρώσεων, μαχαιρωμένους μετανάστες την εποχή της ανόδου της Χρυσής Αυγής, εργατικά ατυχήματα. Μόλις στην προηγούμενη εφημερία μας έφεραν έναν 50χρονο εναερίτη της ΔΕΗ με δύο παιδιά. Έφτασε ήδη νεκρός. Έρχονται νέοι άνθρωποι από τροχαία που μένουν ανάπηροι και πρέπει εμείς να ενημερώσουμε τους συγγενείς τους. Από τις πιο τραγικές στιγμές που ζούμε. Έχουμε διατρήσεις στομάχου από παραμελημένα έλκη. Άνθρωποι που κινδυνεύουν για πράγματα που η ιατρική έχει δώσει λύσεις εδώ και χρόνια και δεν θα έφταναν σ’ αυτό το σημείο, αν λειτουργούσε η πρωτοβάθμια», υποστηρίζει. Μου εξηγεί ότι έχει κάνει ήδη τρία χειρουργεία και όταν θα φύγει το κοντέρ θα μετράει 36 ώρες αϋπνίας και απόλυτης ορθοστασίας : «Η κόπωση είναι σε μόνιμη βάση. Με 9-10 εφημερίες το μήνα δεν προλαβαίνεις να ανακτήσεις τις δυνάμεις σου. Σε κάθε γενική εφημερία δοκιμάζω τα ψυχολογικά μου όρια. Όταν φεύγω θέλω να κάνω απλά μια βόλτα με τη μηχανή στη θάλασσα για να ανοίξει το μυαλό μου και να πάω να κοιμηθώ». Η έλλειψη προσωπικού στον Ευαγγελισμό, που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της τριμελούς επιτροπής της ΕΙΝΑΠ προσέγγιζε τις 800 κενές θέσεις πριν κάποιους μήνες"Τραγικές ελλείψεις αλλά και τρομοκρατία καταγγέλλουν οι εργαζόμενοι στον Ευαγγελισμό", Έθνος, δεν έχει ως αποτέλεσμα μόνο ένα εξαντλημένο προσωπικό αλλά επιβραδύνει τους ρυθμούς των θεραπειών. «Τον Σεπτέμβρη θα είναι έτοιμα όλα τα καινούργια χειρουργεία, στο σύνολό τους 23 και δεν θα υπάρχει προσωπικό να τα στελεχώσει. Αυτή τη στιγμή λειτουργούν οι 12 από τις 15 αίθουσες χειρουργείων ασθμαίνοντας και οι αναμονές είναι τεράστιες, θέτοντας σε κίνδυνο τις ζωές των ασθενών», επισημαίνει.
Στην πόρτα των χειρουργείων δίνεται μια άτυπη μάχη. Η πόρτα ανοίγει διαρκώς και ξεπετάγονται κεφάλια συγγενών που θέλουν να μάθουν για τους δικούς τους. Οι υπάλληλοι της ασφάλειας τους απομακρύνουν, την πρώτη φορά ευγενικά, τις επόμενες πιο κοφτά και απότομα. Στο διπλανό φορείο ένας άνδρας διαμαρτύρεται γιατί κανείς δεν εξετάζει τη γυναίκα του. Του εξηγούν ότι όλοι οι γιατροί είναι απασχολημένοι αυτή τη στιγμή. Ξαναβουλιάζει στη μελαγχολία του και περιμένει. Κάποιοι άλλοι ξεμπερδεύουν και διαβαίνουν ανακουφισμένοι μ’ ένα κουρασμένο χαμόγελο την πύλη. «Η χαρά τους είναι η μεγαλύτερη επιβράβευση για μας», λέει η Ελευθερία Μπαρκονίκου. Δουλεύει οκτώ χρόνια ως νοσηλεύτρια και το μυαλό της είναι γεμάτο εικόνες. «Όταν κάποιος πάει να “φύγει” και τον διασωληνώνεις με τον γιατρό, πρέπει να βγεις από το σώμα σου για να αντεπεξέλθεις. Δεν το καταλαβαίνει ο υπόλοιπος κόσμος. Μόνο εσύ ξέρεις πού έφτασε το είναι σου πριν από μια ώρα. Μετά πρέπει να γυρίσεις σπίτι σου, να συναναστραφείς με τον υπόλοιπο κόσμο και φερθείς φυσιολογικά», διηγείται. Η Ελευθερία μένει στους Αμπελόκηπους, όταν θα τελειώσει –όπως μου εκμυστηρεύεται– θα γυρίσει σπίτι της με τα πόδια. «Θέλω να περπατήσω για να φύγει η ένταση, να την πάρει ο αέρας και τα δέντρα».
Έξω έχει χαράξει και όλα είναι κάπως πιο βαριά, αλλά το πρώτο δειλό φως της ημέρας τα ξαλαφρώνει. Αυτή είναι η πιο χιλιοτραγουδισμένη στιγμή του 24ώρου, η στιγμή με τα πιο σφιγμένα χείλη, τα κλεισμένα βλέφαρα και τις πνιγμένες ανάσες. Ένας εργαζόμενος με πλησιάζει και μου ζητά να γράψω για τις απλήρωτες καθαρίστριες, τις αφανείς κυρίες με τις μπλε ποδιές που προσπαθούν να κρατήσουν αξιοπρεπή έναν χώρο 1150 κλινών. Του υπόσχομαι ότι θα γράψω. Στον Ευαγγελισμό, λοιπόν, μια σειρά από υπηρεσίες όπως η καθαριότητα και η ασφάλεια έχουν ανατεθεί σε ιδιωτικά συνεργεία. Με την αιτιολογία της λήξης των συμβάσεων δεν έχουν εγκριθεί τα κονδύλια για την πληρωμή τους και 400 εργολαβικοί εργαζόμενοι παραμένουν απλήρωτοι επί τρεις μήνες.Από το site του ΕΙΝΑΠ
Ένα σύστημα όπου όλοι είναι ίσοι
Την επόμενη μέρα η εφημερία έχει τελειώσει και το νοσοκομείο επιστρέφει σταδιακά σε μια πιο υποφερτή κανονικότητα. Συναντώ τον διευθυντή ενός εκ των παθολογικών τμημάτων, Γεώργιο Μαρκομιχελάκη. Απολογείται για την εξουθενωμένη όψη του, εξηγώντας ότι είναι σερί από το προηγούμενο πρωινό. «Οι γενικές εφημερίες είναι ασύμβατες με την ανθρώπινη δραστηριότητα. Όταν βλέπεις 200 περιστατικά που συνοδεύονται από 400 συγγενείς σε δέκα ώρες δεν είναι κανονικό. Ξημερώνεις με το άγχος ότι μπορεί να σε φωνάξει ο εισαγγελέας γιατί κάτι πήγε στραβά. Αρρωσταίνεις, γίνεσαι κουρέλι. Η οργάνωση των εφημεριών είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα του συστήματος».
Παρότι είχε τη δυνατότητα να δουλέψει στον ιδιωτικό τομέα, προτίμησε το ΕΣΥ. «Έμεινα στο δημόσιο νοσοκομείο για να έχω την επαφή και την τριβή με τους ασθενείς. Ως ιδιώτης θα έβγαζα πολύ περισσότερα λεφτά αλλά δεν δέχομαι να δουλέψω σε συνθήκες εξαναγκαστικής ιατρικής. Στο ιδιωτικό αν πονάει το κεφάλι του ασθενή θα του κάνεις μαγνητική κι ας μην χρειάζεται, μόνο και μόνο επειδή στο ζητάει ο διευθυντής. Από την άλλη έχω δει περιστατικά από ιδιωτικά που δεν το πίστευα ότι πέρασαν από νοσοκομείο», σημειώνει.
Τις ώρες που πέρασα μαζί τους, οι εργαζόμενοι του νοσοκομείου μου έλεγαν ότι παλιότερα οι ασθενείς ήταν πιο επιθετικοί και τους απειλούσαν ότι θα φέρουν τα κανάλια. «Ποιο κανάλι εφημερεύει σήμερα;» ρώταγαν μεταξύ τους αποδομώντας χιουμοριστικά την κατάσταση. Όχι, δεν κρύβονται. Τουλάχιστον οι περισσότεροι. Αυτοί ανέδειξαν τα προβλήματα. Πιστεύουν όμως βαθιά ότι το Εθνικό Σύστημα Υγείας με τις κατάρες και τα θαύματα που κουβαλάει, είναι το καταφύγιο του αδύναμου, το σημείο εκείνο που η αιωνιότητα και η στιγμή ταυτίζονται απόλυτα, άλλοτε αμετάκλητα δραματικά κι άλλοτε επιβεβαιώνοντας το μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης.

πηγη
Από το Blogger.